Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Κερεκή


Ένα από τα πολλά καλά του μπλόγκιγκ, είναι το ότι μπορείς καμιά φορά να περιαυτολογήσεις, ανάλογα βέβαια με τη διάθεση. Και για να μην παρεξηγηθώ, λέω ότι μπορείς να εκφραστείς λίγο πιο ελεύθερα από τα συνηθισμένα και να νιώσεις  την άνεση και τη συντροφικότητα της καφενειακής καρέκλας, την ώρα που μοιράζεσαι ανάλογες στιγμές παρέας. Γράφοντας λοιπόν αισθάνομαι ότι βρίσκομαι δίπλα σας.

Ο λόγος της σημερινής ευφορίας, είναι ότι μετά από δύο εβδομάδες  θαλασσινής αποχής, λόγω ενός μικροπροβλήματος, ελπίζω, στο γόνατο, το τόλμησα.
Μόνο με μάσκα και αναπνευστήρα και χωρίς το συνήθη ψαροτουφεκικό εξοπλισμό, πήγα στο γνωστό παραλιακό ….με τα εφτά αλμυρίκια και τη μια μουριά, το παραλιακό δασάκι , όπως το νιώθω.
Το κλίμα φιλικό και εγκάρδιο ….Και πάνω στο… πού χάθηκες….λούζομαι το Γρέο. Δίπλωνε το κύμα λες και βρισκόμαστε σε ωκεάνιο ακρογιάλι. Τύχη βουνό! Τα έχουμε ξαναπεί για το βορειοανατολικό άνεμο.
Παρόλη την αρθρωτική αδυναμία, προχώρησα. Δέχτηκα τους δυο πρώτους κυματισμούς στην πλάτη, μέχρι να καθαρίσω και να βάλω τη μάσκα. Άντεξα. .και  ποντίστηκα.
Η συνέχεια έχει το μεγάλο ενδιαφέρον. (Ψάχνω να βρω το επίθετο).
 Τα αφιλότιμα λοιπόν ψάρια, λες και ήθελαν να με εμπαίξουν, έρχονταν τόσο κοντά μου, που σχεδόν τα χάιδευα. Όταν κρατώ του ψαροτούφεκο, εξαφανίζονται. Σήμερα με δέχτηκαν σαν μέλος του κοπαδιού. Πιστέψετέ το, ήμουν τόσο κοντά τους που ξεχώριζα την ηρεμία των ματιών και των κινήσεων. Σε κάποια στιγμή είχα μπροστά μου πέντε σαργόπουλα και τέσσερις σκάρους σαν να με μάθαιναν πώς να βρίσκω τροφή.
Ομολογώ ότι αισθάνθηκα  τύψεις…για τον πρότερο βίο…
Αυτά…

… για μια χαλαρή Κυριακή!


(Γράφτηκε το περασμένο καλοκαίρι και παρέμεινε αδημοσίευτο, μέχρι να νιώσω το κάλεσμά της εν μέσω  καταιγίδας)

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Παντάπασι

Παντάπασι, λοιπόν.
Μια λέξη που μου βγήκε σήμερα το πρωί, την ώρα που μετρούσα τις θέσεις του κηπάριου, του μικρού «κεππουλκιού» μου.
Μια ελιά στέκεται καταμεσής και μου στερεί μεγάλο χώρο καλλιέργειας. Σκεφτόμουν λοιπόν να την ξεριζώσω ή να την κόψω παντάπασι;
Και μόνο με τη σκέψη αισθάνθηκα λαβωματιά και μάτωμα του ψυχισμού μου. Τα βιώματα και οι παραδόσεις με πολιόρκησαν. Είπα να κάμω το «συμπερασμό» μου, και το μόνο που πέτυχα είναι να είμαι «βαροκαρντισμένος».
Κοιτώ γύρω μου, επειδή τυχαίνει να κατοικώ μέσα σε ελαιώνες, και αναμετρώ τα καλλιεργημένα κτήματα, μέχρι εκεί που φτάνει το οπτικό μου πεδίο. Μου ΄ρχεται να ξεφωνίσω και να διαλαλήσω με όλο τον πόνο της ψυχής μου. «Επομείνασιν έρημα και ξελεμματικά». Και συμπαθάτε με, δεν είναι βρισιά. Ξελεμματικά σημαίνει εγκαταλελειμμένα. Ένα στα δέκα είναι οργωμένο, τα υπόλοιπα τα πνίγουν τα αγριόχορτα και με την φετινή ανομβρία «κλαίνε γοερά».
Πέρασαν κι άλλες σκέψεις από το νου: όπως πόσο κοστίζει η καλλιέργεια, τι φόρους πληρώνω, ποια απόδοση μου δίνουν…., πόση αξιοπρέπεια «μας εφήκασι»!

εφήκασι = άφησαν

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Άχχα και Κάμμα

Μπήκαμε στην εποχή του σκαδκιού.
 Και λοιπόν τι είναι αυτή, ίσως να πουν κάποιοι από τους μικρούς μας αναγνώστες.
Τότε, που ο τόπος μας ήταν ένας απέραντος αμπελώνας και το άρωμα του διμηνίτη και της άκουννης σταφίας έφτανε μέχρι την Αλεξάντρεια, είχαμε  και συκιώνες με άσπρα σύκα που προορίζονταν για ρακή.
Η περίοδος συγκομιδής ήταν περίπου ένας μήνας, από τα μέσα Αυγούστου μέχρι του Σταυρού, και λίγο παραπέρα, αν δεν έβρεχε.
Δεν θα γράψω περισσότερα, γιατί θα δώσω το λόγο στον αγαπημένο συνάδελφο Γιάννη Μελετίου.
Την ώρα του απογευματινού καφέ, του ζήτησα να μας πει κάτι από τα παλιά και μέσα σε πέντε λεπτά πήρα ένα αριστούργημα του προφορικού του λόγου.

" Βραδιάζει και η οικογένεια είναι συγκεντρωμένη στο σουφά και γύρω από το σινί, μετά τον κάματο της μέρας. Η μητέρα βράζει τον τραχανά στα κούμελλα και τα παιδιά έχουν πάρει θέση. Το σερβίρισμα δεν αργεί. Η ξέχειλη μουχούρτα με το αρωματικό τυρί της κατσίκας για γαρνιτούρα τοποθετείται στο κέντρο του σινιού κι αρχίζει ο κουταλοπόλεμος. Το μεσάλλι γυρνά από χέρι σε χέρι και σκουπίζει τον απρόσεκτο και το μεγάλο μεταλλικό τενεκκί δροσίζει με νερό από τη βρύση του Σουλουντρανιού.
Όταν φαγώθηκε κι ο περίδρομος της μουχούρτας, η μητέρα στέλλει το Γαννί να κατεβάσει από τον παταρό την κανναϊτσα με τα σκάδκια τα πατητά.  Ξέρει ότι είναι λίγα και κάποια ίσως να είναι σκουλουκιαρά και τους λέει να παίξουν το άχχα και κάμμα. 
Με το σύνθημα της μητέρας τα παιδιά βάζουν στο στόμα και μασούν από ένα σκάι, βέβαια με τα μάτια κλειστά, όπως όριζε το παιχνίδι.
............

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Χαρουποϊστορία

Η μαστόρισσα …για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι και δεν θα αναφέρω το όνομά της, το γνωρίζουν οι τακτικοί αναγνώστες, σκάρωσε κάτι πολύ πρωτοποριακό για την εποχή της.
Αποτέλεσμα εικόνας για χαρουπια
Σήμερα λοιπόν στο καφενείο ο λόγος της συζήτησης ήταν για τα χαρούπια.
 Ίσως οι νεότεροι να μην τα γνωρίζετε, γιατί είναι καρποί ενός δέντρου που εξαφανίστηκε σχεδόν στην περιοχή μας. Ένα υπάρχει στα Λιβάδια, μάλλον δύο, γιατί μεγάλωσαν αγκαλιασμένα και ένα άλλο στο Σαουράκι. Ίσως υπάρχουν και άλλα.
Είναι δέντρο που μπορεί να στηρίξει την τοπική οικονομία με την ποικιλία των ακριβών και ωφέλιμων  προϊόντων του, όπως το είδα στη Μεγαλόνησο και άκουσα για την Κρήτη.
Παλιά, μπορεί και πενήντα χρόνια πριν, η πανέξυπνη  Παρασκευή. Ωχ, μου ξέφυγε το μικρό της όνομα, σκάρωσε μια αστεία φάρσα στα γερόντια της εποχής. Τους πούλησε μικρά μπουκαλάκια, αυτά των ενέσεων, έναντι μισής δραχμής το ένα- έτσι μου είπανε- με περιεχόμενο που άφηνε υποσχέσεις για δυνάμωμα και ξανάνιωμα. Εν  αγνοία  τους κατάπιαν καρπούς χαρουπιού και περίμεναν το αποτέλεσμα.
Σίγουρα θα πήγε ο νους σας στα πράσινα χάπια..αυτά τα βοηθητικά.. Ναι, λοιπόν διεκδικούμε την πατέντα σαν καλυθενή!
Μετά από μια βδομάδα τους επισκέφτηκε στον καφενέ, για να μάθει τα αποτελέσματα. Τους είδε σκεφτικούς και κατσουφιασμένους. Ένας μάλιστα ήταν έτοιμος για καβγά.

Δεν άντεξε και ξεφώνισε: Οι γαδάροι τα τρώσι και μουγκανίζουν και σεις εν ε νιώσετε τίποτα; 

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Αγκαλκιά

-Κωστή, ε, Κωστή!
Άκουσα τη φωνή της Λενιώς λίγο μετά την Πάνω Βρύση, εκεί που ήταν τα παλιά μάγγανα.
 Ήταν η ώρα του μοναχικού περίπατου στις παλιές γειτονιές.  Ώρα εννιά το βράδυ. Ένα βράδυ του Γενάρη κρύο και παγωμένο, που κρατούσε τις πόρτες «σφαλιχτές».
Είχα τελειώσει τις υποχρεώσεις  από νωρίς και σεργιάνιζα στα στενοσόκακα των Καμαριτσών και του Σουλουντρανιού.
Κάθε καντούνι και μια ανάμνηση.
 Πίσω από τις σύγχρονες κατασκευές έβλεπα τους παλιούς «αβλόυρους» και τα μονοκάμαρα με τη μεγάλη «αγκαλκιά»!
 Μαθητής του Δημοτικού με το «σακκούλdι στον νώμο» πέρασα από το σπίτι της καλής μας Ελένης, της«Μπάχαινας» όπως την αποκαλούσαμε, εκεί που κάποτε ήταν το μοναδικό καφενείο του χωριού.
Είδα τους « βρακάες» να πίνουν  «μαστίχα» στο φως της λάμπας πετρελαίου κι άκουσα τις κουβέντες τους για τα «κλαέματα, το «λεσγάρι, το διμηνίτη, τα άκουννα, τα ραζακκιά, τα σκάδκια, τις σταφίες, τα λάδκια, τα μέλκια…».
 Ξαφνιάστηκα  κι «έππιασεμ με τρομικό» ακούγοντας τις φωνές της Ελένης της Ντωνάινας, τότε που χάλασαν τα φρένα του «μοτοσακκού», με αποτέλεσμα να χτυπήσουμε την πόρτα του διπλανού «κελλιού» και να «γεμώσει το σώμαμ μας  τσακκισμένα κρομμύδκια».
Καλημέρισα «την θκειαμ μου τημ Μαρουλλού» κι άκουσα τη φωνή « της αελκιάς του μπάρμπα του Σταμάτη!»
 Σιγομουρμούρησα με σεβασμό τη λέξη «χαίρεται» στο  σπίτι του σεβαστού δασκάλου Αναστάση και κατηφόρισα στη στροφή της Πάνω Βρύσης.
 «Κειδά στον κατάκυλο  εγλιστρήσαν οι τσαρούχες» και βρέθηκα να μετρώ «τους χοχλάκους και τα βαστριά της σπασμένης σουράς».
 Σηκώθηκα «γιαμιάς κι έκοψα στην βούρνα» να ξεπλύνω το ματωμένο γόνατο.. και την…. απογοήτευση για το σήμερα!
 Το σήμερα ….« του διπλομούρη» και «του αχόρταου»!
…………………………………………….

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Το Λούσιμο

Είναι η δεύτερη συνεχόμενη φορά που είχα την τύχη να ζήσω έντονα το καλυθενό παραδοσιακό ποτάμι της λαϊκής σοφίας.
Το  πού, ίσως να μην το φαντάζεστε.
Κι όμως, η ουρά για συνταγογράφηση φαρμάκων στο ιατρείο, εκεί που ήταν το παλιό συμπληρωματικό σχολείο- το Κάτω Σχολείο- όπως το λέμε και σήμερα, το κόσμημα, όπως το μετέτρεψε η «Τερψιχόρη» με τον υπέροχο ανθώνα και τη ζωγραφική της παλέτα, έγινε η αφορμή να ξεχαστώ και να νιώσω την ανάγκη να γράψω και να επικοινωνήσω μαζί σας στις αγαπημένες «Καμαρίτσες».
Τώρα θα μου πείτε ότι είναι λίγο εγωιστικό το «ξεχαστώ», όμως, και εκλάβετέ το
έκρηξη ειλικρίνειας, είναι πολλά τα αρνητικά φορτία του σήμερα… γνωστά και αποσιωπημένα…

Αραδιασμένο το καλυθενό στοιχείο, και το καταχάρηκα μέχρι τα βάθη της ψυχής μου, επικοινωνούσε όπως τότε που είχαμε ανοιχτές πόρτες και αισθήματα
Ο λόγος για την καρέκλα, την «καθέκλα»…και μην πάει ο νους σας στη σύγχρονη
εξουσία..
-Θυμάσαι, πώς « ελούνουμάστουν»;
 Το είπε ο φίλος Μανόλης, ο Παχύς, και με πέταξε στο σουφά, τη λάμπα πετρελαίου
το σινί, τις τσολλούες, την τζιμιά… στο γλυκό παραμύθι της γιαγιάς.
Η μάνα λοιπόν, που όλα τα προλάβαινε, έπρεπε να κουβαλήσει νερό με την στάμνα, τον στάμνο,  όπως τον λέγαμε, να το ζεστάνει με τα ξύλα, να φέρει την μεταλλική καραβάνα, πράσινο σαπούνι, κι αν δεν είχε χρησιμοποιούσε νερό της αλισίβας.
Κι εμείς ξαπλώναμε πάνω στην καρέκλα, με το κεφάλι να προεξέχει, ακριβώς πάνω από την καραβάνα …και μας το έλουζε χρησιμοποιώντας νερό από το τέντζερο με μεταλλικό τενεκκί..

Αυτά κάθε Σάββατο και παραμονή σκόλης!!

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Το Θέρος

Στο πρώτο εγχείρημα να πλησιάσουμε τις παραδοσιακές μας ρίζες, και νομίζω το πετύχαμε στο "Σεντούκι της Λαϊκής Σοφίας", ο φίλος Λευτέρης πρώτος ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα για παρουσίαση παραδοσιακών αξιών. 
Το θησαυρό αυτό επέλεξα για να συνοδέψει τις ευχές μας για ένα "Ελπιδοφόρο Νέο Έτος" !

Παρουσιάσεις

Στη νέα σελίδα θα προβάλλονται οι δικές σας αναρτήσεις με οτιδήποτε θέμα σχετικό με την παράδοση και τη γλώσσα.
Για διευκόλυνση σας μπορεί να τις στείλετε στο mail ή να τις καταγράφω με προσωπική επαφή και να χρησιμοποιήσω το ονοματεπώνυμό σας ή το όνομα ή ακόμη και ένα δικό σας αγαπημένο συνθηματικό.                               
                                                                χχχχχχχχχχ

Ξεκινάμε με το "ΘΕΡΟΣ", ένα ποίημα γραμμένο από το φίλο Λευτέρη. 
Μας δίνει με ιδιαίτερη ευαισθησία όλες τις φάσεις, από το πρωινό ξεκίνημα μέχρι την ώρα του ύπνου στο χωράφι. 
Σαν να ήταν χθες, που συμμετείχαμε και μεις  με το "δραπάνι¨στο χέρι στον ιερό αγώνα όλης της οικογένειας για το ψωμί.
Κάθε στροφή είναι ένας παραδοσιακός θησαυρός..
.........
Ακόμα κρατώ τη γεύση του ντοματοπιλαβιού, που έφτιαχνε  στα γρήγορα η κατακουρασμένη μητέρα. Την  προσευχή (γητεία) που λέγαμε, για να μας φυλάει ο Άγιος από τα ερπετά, τη ζω και τώρα που πληκτρολογώ.....
.......μέχρι να βγει ο ήλιος πέντε πενταρόξυλα και δεκαοκτώ καλάμια.....
Αη μου Γιάννη  δίσοφε και τρίσοφε.....
.....δέσε και χαλίνωσε τον όφκιο και την όχεντρα......

Το  θέρος

 (Λευτέρης Σταυρής)

Τα χρόνια πίσω δεν γυρνούν,το νου μου θα γυρίσω
στους νέους αν επιθυμούν, το θέρος να γνωρίσω.
χχχχχχ
Ο θερισμός γινότανε μέσα στο καλοκαίρι
τα στάχυα εθερίζανε, δρεπάνι με το χέρι.
χχχχχ
Δυο και τρία σπιτικά, κάναν και κουμπανία
και σέντεκνοι γινότανε στην τότε κοινωνία.
χχχχχ
Βδομάδες έμεναν εκεί, κοιμόνταν στα χωράφια
αθρούμπες είχαν στρώματα, τις κερατιές τα ράφια.
χχχχχχ
Δρουμιά με στάχυα στίβαζαν, να κάνουνε δεμάτια
καυτός ιδρώτας έτρεχε στα μάγουλα στα μάτια.
χχχχχχ
Δεμάτια κάναν κάμποσα, μεγάλα και τα ίδια
με αροάφνες τα ‘δεναν,φτιάχνοντας τα λυϊδια.
χχχχχχ
Μαντίλια εφορούσανε, τον ίδρο να σκουπίζουν
και μια σουρά με το νερό τα χείλη να δροσίζουν.
χχχχχχ
Στους γαδάρους φορτώνανε δεμάτια στο σουμάρι
στ’ αλώνια τα κουβάλαγαν  , να βγάλουν το σιτάρι.
χχχχχχ
Τρεις μέρες εθερίζανε, την μιαν εκουβαλούσαν
μπροστά πηγαίναν οι γάδαροι και πίσω ελαλούσαν.
χχχχχχ
Το τσακουμάκι, ο ταχράς, χρήσιμα εργαλεία
να κόβουν ξύλα για φωτιά, είχαν την ευκολία.
χχχχχχ
Τσούκα, ταβάς, καθάμπρικο, στο βασταό αράδα
φαϊ να μαγειρέψουνε, γεμάτο νοστιμάδα.
χχχχχχ
Γάλα και κρέας είχανε, ελιές προσφά, ντομάτα
κι όποιος ερχόταν απ’ το χωριό, έφερνε τα μαντάτα.
χχχχχχ
Εκεί εμαγειρεύανε και πλύναν και τα πιάτα
από το πηάδι στη μυρτιά , που έτρεχε για πάντα.
χχχχχ
Η πιο γλυκιά απόλαυση, ήτανε το βραδάκι
που ‘χαν τα άστρα συντροφιά και δροσερό αεράκι.


Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Διμηνίτης - Ριγηνίτης

"'Έμαθες πάλι κάτι σήμερα από το Μίχαλο του Παωνιού", μου είπε χαμογελώντας, λίγο πριν χωρίσουμε στο σταύρωμα των δρόμων Πατέλλας - Πευκάκι.
Σίγουρα θα θέλετε να μάθετε και σεις!
Ε, λοιπόν, η κουβέντα μας στο καφενείο ήταν παιχνίδισμα μνήμης για παλιές γειτονιές, ανθρώπους, γεγονότα, καταστάσεις.
Άκουσα για τις "χαρακίες" στα ρούχα του Νίκου. Άντε τώρα να μαντέψετε τι ήταν, όπως μάντεψα κι εγώ. Ο Νίκος, κάποιος Νίκος, φίλος και αγαπητός, για να παίξει ποδόσφαιρο στο γήπεδο του Καπιτάνου, θεώρησε καλό να αλλάξει ρούχα και να φορέσει αθλητική περιβολή.
Και σεις το πιστέψατε. Τι αθλητική περιβολή! Έβγαλε τα ρούχα του, για να μην πάθουν τίποτα κι έπαιξε με το σωβρακάκι που τότε έμοιαζε με το σημερινό αθλητικό!
 Είχε την ατυχία να τα κρεμάσει στα κλαδιά μιας ελιάς, που στην σκιά της μεγάλωνε χοίρος. Τι θυμήθηκα τώρα! Πόσες φορές τρέχαμε, μικρά παιδιά τότε,να ταΐσουμε το χοίρο κρατώντας ένα κουβά γεμάτο με αποφάγια ή πίτουρα του ζυμώματος της μαμάς!
Να μάθουν και οι νέοι ότι τότε η κάθε οικογένεια μεγάλωνε ένα χοίρο που προορίζονταν για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι και τις προμήθειες του σπιτιού σε κρέας. Ένας ήταν ο χοίρος του "Χριστού" κι ένας ο λαμπριάτης (κατσίκι) το Πάσχα, Αυτές ήταν οι δύο φορές που μύριζε κρέας το σπίτι.
Και γυρνάμε στα κρεμασμένα ρούχα, που ήταν, μέχρι να τα ρίξει ο αέρας και να γίνουν μπάλα και "χαρακίες" για το χοίρο που ζήλευε τα παιδιά. Απ΄ότι ειπώθηκε  γύρισε στο σπίτι του με δανεικά!
Την περιπέτεια αυτή διηγήθηκε ο γιατρός μας ο Θωμάς από την Αυστραλία.
Και να κλείσω με το μεγάλο νέο του Μίχαλου, γιατί δεν είναι δυνατό να μεταφέρω το δίωρο σχεδόν ζωντάνεμα της νιότης.
Μου λέει:
- Το κόκκινο σταφύλι που λέμε Διμηνίτη, ονομάζεται Ριγηνίτης στα ιταλικά. Το φέρανε οι Ιταλοί στη Ρόδο.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Καρσουλντώνω

Στο προηγούμενο « παιζίμι» μας αναφερθήκαμε σε ιδιωματικούς παρατατικούς, με.... τεταμένη, πάντα, την προσοχή στην ορθογραφική εικόνα, γιατί καταλαβαίνετε, αφού δεν υπάρχουν προηγούμενες οπτικές παραστάσεις, ελλοχεύει ο κίνδυνος της… κακιάς στιγμής.
Πάμε λοιπόν:
Ετσαλντώτρωα.
«Τσαλντωτρώει» όποιος δεν τρώει μαγειρεμένο φαγητό και αρκείται στα πρόχειρα, του ποδαριού που λένε, και στα «μεζεκλίκια»!

Το «εσκαρμιούμουν» έχει τη σημασία της προσπάθειας για επιτυχία σε καταστάσεις έξω του δυνητικού μας πεδίου. Αυτό που λέμε προσπαθεί το ακατόρθωτο και μόνο για εντυπωσιασμό και ικανοποίηση του εγώ!

Το « εσυντρώουμουν» πιο πολύ σημαίνει ανησυχούσα, ήμουν σε ετοιμότητα για τυχόν λάθος ή κακοτοπιά.

Εποταβρίζουμουν. Είναι κι αυτή μια από τις σπάνιες λέξεις στο καθημερινό λεξιλόγιο. Μεταφέρει στον άνθρωπο το ξεμούδιασμα απελευθέρωσης του ταύρου- τρίψιμο, τέντωμα, κυλίστρα…- μετά από μεγάλο περιορισμό σε στάβλο.

Εκαρσούλντωνα, όπως λέμε σήμερα σκαρφάλωνα

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Παιζίμι

"Εβρέθημας στην πλατέα ένα βράυ κι ερκέψαμε" :


« Ετσαλντώτρωα»

 «Εσκαρμιούμουν»
«Εσυντρώουμουν»
«Εποταβρίζουμουν»
«Εκαρσούλντωνα»


(Όποιος θέλει λεξικό, ας περιμένει την επόμενη ανάρτηση)

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Έφαα Ροϊτσες

" Με φτος κόμα είναι λεμόντουζο!"

Η συζήτηση το πρωί "κειδά στου Τραουνού" ήταν για το διμηνίτη, το σταφύλι το καλυθενό, που μόνο η ευλογία των κάμπων μας του Φαληρακίου( Παχύναμμος) και του Ψαλιόκαμπου, αναδείκνυε.
Τι είχαν τα χώματά μας και λέγεται ότι ευδοκιμούσε μόνο στη δική μας γη και όχι στα άλλα χωριά;
Περίεργο και συνάμα παράξενο.
Είναι γνωστό και λέγεται από τους παλιούς ότι θέλει " αμμουερά μέρη". Ίσως και μάλλον είναι σίγουρο από τα σημάδια που φαίνονται ( πηγάδια μικρού βάθους) ότι οι δυο μεγάλοι κάμποι μας είναι προσχωσιγενείς.   Με την ανύψωση των βυθών ( το μαρτυρούν οι ζωνίες των βράχων) και τις προσχώσεις των ποταμών δημιούργησαν το κατάλληλο έδαφος, " λαφρύ αμμουερό".
Το όνομά του δηλώνει ότι σε δυο μήνες ολοκληρώνει κύκλο, μια πηγή οικονομική για τον τόπο, λόγω πρωιμότητας και καλής τιμής, που θυσιάστηκε (επιτρέψετε μου) στο βωμό του τουρισμού και του γρήγορου χρήματος.
Το αμπέλι γενικά είναι μια από τις πιο δύσκολες ( μάλλον ήταν πριν τις μηχανές) ασχολίες. Απαιτούσε παρουσία όλο σχεδόν το χρόνο. Από το Γενάρη που αρχίζει το κλάδεμα και μέχρι τον τρύγο " έθελεν ίδρο".
΄Μου είπαν ότι η καλλιέργεια του ξεκίνησε γύρω στο 1850 και πρώτος που φύτεψε αμπέλι ήταν ο Σταμάτης ο Πινιγής. Εικάζεται ότι έφτασε στα μέρη μας από τα παράλια της Μικράς Ασίας, της μεγάλης και πλούσιας χαμένης σήμερα ελληνικής γης!
Άκουσα ακόμα ότι νικήθηκε από μια άλλη πρώιμη ποικιλία, το Κάρντιλαλ!
Αυτά σαν πρώτο μέρος .
Όσον αφορά το "λεμόντουζο, " ήταν ένας αστεϊσμός  στο αίτημά μου " να γεματίσω καμιά ρόα"!

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Η Φιαροσύνη

 «Εν έχει φιαροσύνη»!

Ίσως να μην καταλάβατε τι θέλει να πει η λαϊκή σοφία. «Φιαροσύνη» στα ροδίτικά μας είναι η λέξη εμπιστοσύνη.
Πώς και με ήρθε πρωινιάτικα, θα λέτε! Η αλήθεια είναι ότι χάλασα τη μέρα μου, και ο λόγος μια εφημερίδα που βρέθηκε στο παραλιακό καφέ.
Υπομονή, θα φτάσουμε και κει.
Είχε προηγηθεί μια ολίγον πλούσια «βουτιά» σε αμμώδη βυθό,  στις επτά η ώρα -λίγο αργά σήμερα - γιατί με πρόλαβε ο σύντροφος ήλιος!
 Είχα για παρέα ξένο τουρίστα, που παρακολουθούσε με τα μικροσκοπικά γυαλάκια πισίνας και κάθε φορά που ανέβαινα με το αλίευμα, σχημάτιζε το σήμα της νίκης και ξεφώνιζε από τη χαρά του.
Πρέπει να ήταν στην ηλικία μου, με κάτασπρα κι αυτός μαλλιά αλλά φανατικός λάτρης του σπορ.
Με πλησίασε, « κειδά στου Σώτου το στέκι», με ένα λαμπερό χαμόγελο και βλέμμα παιδικής γνωριμίας. Σαν να μεγαλώσαμε μαζί, τότε «επαρουρκιάζαμε τους βώλους στου Καπιτάνου, για να παίξουμε τόππι»!
 Ήταν η ώρα που καθάριζα τη μάσκα κι ετοιμαζόμουν να βάλω τον «αναπτεφτήρα ». «Άι λάικ», έλεγε και ξανάλεγε και εξέταζε τα σύνεργα του ψαρέματος.
Πέταξε και άστραψε, μόλις του έκανα σήμα να ακολουθεί σε απόσταση πίσω μου!

«Γουρλής» και τυχερός, είδε πως ψαρεύεται η σουπιά, το χταπόδι, τα « ρουζέττια» κι οι χωματίδες!
Και φτάνω στην εφημερίδα και τη «φιαροσύνη».
Απολάμβανα ζεστό καφέ, φορτωμένος ψαρική ευεξία, μέχρι που άνοιξα την εφημερίδα. « Πρε, τι το ‘θελα»! Το μάτι μου έπεσε σε ένα μικρόστηλο που έλεγε ότι προσεχώς θα εγγυώνται ή θα ασφαλίζουν, δεν το κατάλαβα, γιατί την πέταξα, σύνταξη ποσού 360 ευρώ!

Παραμιλούσα μοναχός μου κι έλεγα: «Εγώ εφιαρέφτηκα έναν ξένο κι εν έπαθα τίποτα και εφιαρέφτηκα τους τρακόσους και στέλλουμ με μιαν ώρα πιο νωρίς»!

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Το Πούδουκλο

Χωρίς αρχειοθέτηση, χωρίς εικόνα, χωρίς ήχο και μόνο με τη βοήθεια της φαντασίας ( βέβαια μόνο για τους παλιούς που έχουν παραστάσεις) μιλούμε σήμερα για τη "διπούζα " και " το πούδουκλο".
Θα μου πείτε ότι σας βάζω αινίγματα, και μάλιστα ημέρα γιορτινή, ημέρα "παναϋριού".

Παλιά λοιπόν, τότε που τα ζώα ήταν τα μεταφορικά μέσα, τα προαναφερόμενα ήταν αναγκαία, για να μάθουν να περπατούν στο δρόμο, να μην τρέχουν και γενικά να είναι υπάκουα.
Το " πούδουκλο"( που περιέχει τη λέξη πους δηλ. πόδι)  ήταν ξύλινη, πλεκτή κατασκευή από τρυφερά κλαδιά σκίνου ή μυρτιάς σε σχήμα κρίκου. Το έβαζαν στο πόδι του "ζωντανού" και το έδεναν με σχοινί. 
Η "διπούζα" ( περιέχει το επίρρημα δις και το ουσιαστικό πους) δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κομμάτι σχοινί, με το οποίο έδεναν ανά δυο τα πόδια και σε μήκος μικρό, ούτως ώστε να μπορεί μόνο να περπατά αργά και να μην τρέχει..

Ο πουδουκλωμένος!!!!

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Ο Νοών νοείτω και το Προσωπί

Και ο νοών νοείτω!

Ελπίζω να μην μου ξέφυγε κάτι από τις ρηματικές καταλήξεις, αν και δεν έχει νομίζω πλέον καμιά σημασία.
Έσχατη ή εσχάτη (να κρατούμε και τους βασικούς κανόνες τονισμού) προσπάθεια να βρω δύναμη πληκτρολογική. Νομίζω χαμένος κόπος!
Και γίνομαι πιο σαφής.
-Πού την πάνε την έρημη την πατρίδα;


« Με εθ θωρούσι, που επήαμεν …. »
« Εκατό βολές πιο καλά να ΄χεν η θάλασσά μας μοναχά αχιονιούς και πατελντίες, παρά που εβρέθησαν φταδά τα ξελεμματικά τα πετρόλαα κι εκάψαν μας πριχού κόμα τ’ άψουσι!»

Θα με πείτε πεσιμιστή, αν έτσι σας βολεύει, γιατί είστε.. σε κάποιο άρμα ζωσμένοι κι όλο και κάπου σας ….«δροσίζει», για προσπαθήστε όμως να καταλάβετε τον απλό και τίμιο άνθρωπο που επεξεργάζεται τρόπους να μοιράσει το πενιχρό εισόδημα του, όσο του αφήνουν τα μιαρά χαράτσια , σε οικογένεια πολυμελή και άνεργους νέους ;

-Μάεβκε συ, κακομά μέλισσα, κόφτε που τις αβκές, μην φήννεις λουλντούι για λουλντούι, κάμε το πιο κριβό μέλι κι όνταν με το καλό έρτει ο χειμώνας, εθ θα σε πομείνει κουννί να γλείψεις για να συμπιαστείς.  Εν να βάλει το προσωπίν του, α σε θυμιάσει με τον καπνόν της κοπριάς και συ που να νιώσεις που τον ύπνο, α τραβάς τις τρίχες των ποδκιών σου»!






Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Τσα Εμάθαμε

«Εε, με, κάθου πιο με σταβρωμένα χέρια!»


Είναι μια από τις πιο εύστοχες φράσεις της λαϊκής σοφίας. Σοφή προτροπή και «αρμήνεια» για ποιότητα ζωής και ευτυχία.
 Την καταλάβατε τη λέξη;  Βγαίνει που το «ρμηνέβω» και πιο σωστά, με «κ», « ρμηνέβκω», δηλαδή συμβουλεύω!( Σε άλλα νοηματικά σημαίνει εξηγώ.)
Μου «βγήκε» σήμερα, ημέρα «βροχιανή» και κει που προγραμμάτιζα να τελειώσω κάποια οικοδομικά, είμαι υποχρεωμένος να «σταυρώσω τα χέρια».
Την άκουσα πρόσφατα και μου έκανε μεγάλη εντύπωση, από την παλιά μας εμπόρισσα, την Τσαμπίκα.
 Όλοι την γνωρίζουμε, την βλέπουμε και την θαυμάζουμε, γιατί παρά το προχωρημένο της ηλικίας της,  προσφέρει υπηρεσίες στο « μπακκάλικο» από την ώρα που λαλεί ο πετεινός!
Την είδα λοιπόν, να κεντά με το βελονάκι της,  να περνά τις σταυροβελονιές (δεν είμαι σίγουρος, αν τις λέω σωστά) από τη μια και από την άλλη να εξυπηρετεί τους βιαστικούς! Και να τι ειπώθηκε:
-         Εχ χάννεις ώρα! Μπράβο, κυρία Τσαμπίκα!

-         Εεε, με, κάθου πιο  σταβρωμένη. Τσα εμάθαμε που της μάνας μας τα χέρια!