Σάββατο, 29 Φεβρουαρίου 2020

Το αχλάι

Θέλω να ευχαριστήσω τους καλοθελητές , τους όψιμους λαογράφους.... και προπάντων ....παντογνώστες, 'Η κούνια που σας κούναγε και δεν σας μπρουμουτούσε.."ελέαν οι παλιοί, με ένα ανέκδοτο του αξέχαστου καλυθενού Ζορμπά, του Μιχάλη Γιαλούση. Αιωνία η μνήμη του!
(Το κατέγραψα αυτολεξεί)



Εταξιδέβκασι μια κοπέλντα κι ένα παλντικάρι. Άγνωστοι κι οι δκυο. Στο σταθμό του τρένου εβρεθήκασι. Επααίννασιν κι οι δκυο Θεσσαλονίκη.
Εχάσαν το τρένο.
 Λέει τους ο σταθμάρχης: «Λε, πότε έχει άλλο τρένο; Λε, άβριο, εννιά η ώρα». «Και πόψε πού θα μείνουμε;»
 «Λε, έχω ένα δωματιάκι με κρεβαττάκι, ας σας βολέβει, μείνετε».
 Πιάνει η κοπέλα το κλειδί, πα. ‘Έστρωσεν το κρεβάττι η κοπέλντα. Βάλντει  έναμ μαξελλάρι στημ μέση. Που δω το παλλικάρι, που κει η κοπέλλα. Κι ο ένας εποδέχουνταν κι ο άλντος εποδέχουνταν, αλλά…
Ξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα, εσηκωστήκαν, ήβκαν όξω, είχαν περιθώριο καμιάν ώρα…  Βλέπουν λέει μιαν αχλαδιά. Κάτι αχλάδκια,ναααα!  Μια περίφραξη δκυο μέτρα ύψος. Λέει η κοπέλλα: « Να ‘χαμεν έναν αχλάδι…»!
«Λε, θέλεις να πηδήξω, να σε κόψω ένα;»
«Λε, όλντη νύχτα εν επήδηξες έναμ μαξελντάρι…α πηδήξεις κεια πάνω;»

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

Η Κλέφτρα Πούλντα


Με το πρώτο φως, χαράματα σχεδόν, οι μάνες  εφροκαλούσασι*  από την αυλή  τις «καρκαθιές»* και από  το σοκάκι  τις «καβαλντίνες».*
Τα ζώα ζούσαν δίπλα μας και ήξεραν το σπίτι  καλύτερα και από τον πιο καλό μας γιαρένη*.
Τα γαϊδούρια πρωί - βράδυ  ήταν στην πόρτα μας. Να φορτώσουν   και να ξεφορτώσουν.
 Οι κατσίκες  λιμπίζονταν την κρεβατίνα μας.
 Οι πούλντες* ανενόχλητες  περιφέρονταν στις αυλές. Για κοιτώνα είχαν τον αουμά, που συνήθως ήταν το κάτω μέρος του φούρνου.
 Από το χτίσιμο, φρόντιζαν κι έβαζαν  δυο τρία κορφάδια *, για να ανεβαίνουν να  κοιτούν.  
«Έφραξες τον αουμά, χαρώτο;» μας λέγανε το βράδυ, όταν είχε μπει και η τελευταία.. Το πρωί πάλι: «Άνοιξε  τον αουμά, χαρώτο»!*Τον ανοιγοκλείναμε με το φράμα  του, μεταλλικό ή  ξύλινο.
 Το άνοιγμα και το κλείσιμο δεν θεωρούνταν απαραίτητο για όλους. Όμως οι «πούλντες» κινδύνευαν από νυχτερινή επιδρομή «ατσιδιού».*

Μαρτυράται  ότι κάποιο παιδί θέλησε να μπει σε αουμά, προφανώς για αυγό και τον πλάκωσε η μεγάλη πέτρα «φύλακας». Οι φωνές του ξεσήκωσαν τη γειτονιά. Για πολύ καιρό  ήταν επίκαιρο θέμα στα πειράγματά μας.  Καταγράφτηκε στη μνήμη των….. έντονων συγκινήσεων και  το θυμούνται σχεδόν όλοι.

Όταν η κότα ήθελε να γεννήσει, πήγαινε στην κάσση*.  Δεν υπήρχε σπίτι που να μην έχει. Τι ήταν;
Στον μπροστινό τοίχο του σπιτιού, χαμηλά, υπήρχε  μια μικρή τετράγωνη τρύπα(0,25χ0,25 μ περίπου)  και μπαινόβγαιναν οι κότες . Επικοινωνούσε με το σπίτι.  Όταν καθόμαστε στο σουφά, μας ειδοποιούσε  το τραγούδι κακάρισμα, που λένε όταν γεννούν. Ήταν ξεχωριστός χώρος με άχυρα, για να  μοιάζει με φωλιά. Πάντα τις αφήναμε ένα αυγό, το «πρόσαβγο», για να μην ξεγεννούν. Όποιος το « λιμπίζουνταν» απειλούνταν με την «ασπαλαθένη».*
Έπιανε ίσα- ίσα το χώρο της σταμνοθήκης. Από  το εσωτερικό του σπιτιού είχε ξύλινο πορτάκι και η μητέρα έπαιρνε τα αυγά για τις άμεσες ανάγκες. «Από την παραγωγή στην κατανάλωση» που λέμε σήμερα.
Καμιά φορά βρίσκαμε τα αυγά σπασμένα και φαγωμένα.  Δυο  μπορεί να ήταν οι «ένοχοι». Ή ποντικός ή κλέφτρα πούλντα! Ο πρώτος  πολύ δύσκολα μπορούσε να πλησιάσει, γιατί είχαμε τα λαγωνικά μας, τις γάτες. Η δεύτερη όμως είχε διαβατήριο…… αορίστου χρόνου. Για τιμωρία της, όταν  την εντόπιζαν, της  έδεναν  τις φτερούγες στερεωμένες σε καλάμι. Περιφέρονταν στην αυλή, έτρωγε,  έπινε. δεν μπορούσε όμως να μπει να κλέψει, γιατί δεν χωρούσε στο άνοιγμα  της κάσσης.

φροκαλούσαν = σκούπιζαν
καρκαθιές = περιττώματα κότας
καβαλίνες = περιττώματα γαιδάρου
πούλντες = κότες
κορφάδια = κορμοί ξύλινοι
κάσση = φωλιά
αουμάς = κοτέτσι
γιαρένης = οικογενειακός φίλος από γειτονικό χωριό
ασπαλαθένη= κλαδί σπαλαθιάς
ατσί = κουνάβι

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2019

Ξάης τα

Η σκέψη σήμερα πέταξε στην αείμνηστη Παγώνα, ναι την Παγώνα του Πολύκαρπου όπως την γνωρίσαμε. 
Αστείρευτη πηγή ο λόγος της, η δύναμη και η θέληση της για προσφορά .
Κάτι σαν χρονογράφημα είναι το σημερινό ιδιωματικό. Απολαύστε το.


Ήταν ένα χειμωνιάτικο  «βραϊνό» του Δεκέμβρη.
 Μπήκα στο μαγαζί του Πολύκαρπου για έναν και μοναδικό λόγο. Ήθελα να επικοινωνήσω τηλεφωνικά στη Γερμανία με τους γονείς.
 Τότε το τηλέφωνο ήταν δύσκολο. Έπρεπε να πας στους θαλάμους του ΟΤΕ ή του Ταχυδρομείου.  Η τοποθέτηση τεσσάρων θαλάμων στου Μιχάλη μας γλίτωσε από πολλά.
Η κυρα- Παγώνα την ώρα εκείνη ζύγιζε στην παλιά ζυγαριά, εκείνη με τα βάρη και τους δυο χάλκινους δίσκους,«λόππια». Δίπλα περίμεναν οι «τσαρντέλντες» τη δική τους σειρά, τυλιγμένες στη λαδόκολλα.  Με τη «σέσσουλα» στο ένα χέρι και το βαράκι των πενήντα γραμμαρίων στο άλλο, «καραλάτιζε» το κιλό της  «παραγγελκιάς».
« ‘Ατε, πρε, Παώνα. Ξάης τα, ήμπαμ που μπαν»,είπε η Μελισσενή πελάτισσα.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

ΦΟΡΑ ΜΑΝΙΚΑ

Πρώτη μέρα της Άνοιξης, με την εαρινή ισημερία 
 και ο λόγος για το "φόρα μανίκα".
Την ώρα του απογευματινού ταβλιού, ένας φίλος έφτασε με κοντομάνικο, όταν οι υπόλοιποι ήμαστε κουμπωμένοι με χοντρά μπουφάν. Άκουσε τα σχολιανά του και μεταξύ των άλλων το " φόρα μανίκα"
Εαρινούς χαιρετισμούς!

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2019

Ο Σαρταμπέλντος


 Επήες στον καφενέ κι εψακώννουσουν, σουρτούκη, ε, σουρτούκη και θέλεις να ΄βκεις και που πάνω;  Αρπάξω την ασπαλαθθένη, α σε κάμω μαύρα τα παϊδκια σου. Σαρταμπέλντο!
 Ξεγκρεμίστου που δωνά, α μησ σε θωρούν τα μμάτια μου.
 Πού πού δκιάολο εξετσίννησες, χαραμοφάη!



(Μερικά από τα καλυθενά μας, με χιούμορ και νόημα)

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2018

Τα Χωνιά

Φίλε μου Φώτη, κρατώ την υπόσχεσή μου και παρουσιάζω σήμερα ένα καλυθενό μεγάλο γεγονός άγνωστο στους  περισσότερους.


Εννοίξασιν τα Χωνιά

Δε μιλάμε για  καταστροφή  χωνιού οικιακής  η επαγγελματικής χρήσης.
Για το τοπωνύμιο «Χωνιά»  που βρίσκεται λίγο πριν του «Κάκκαρη».
Αν το περπατήσετε σήμερα, θα δείτε ρυάκια με πολλά βάτα,  που συγκλίνουν σε ένα κεντρικό.  Υπάρχουν  πολλές μυρτιές και άλλα φυτά, που αγαπούν τα «μπρυάρικα»*εδάφη. (Το (υ) γράφτηκε λόγω του «ύδατος»  ή τα «βρύα».)
Θα μου πείτε, γιατί τόσος λόγος για ένα τοπωνύμιο;
Ακούστε, διαβάστε και πιστέψετέ το. Είναι διασταυρωμένο.
 Στα χρόνια των παππούδων μας γίνονταν …κοσμογονία!
Μαρτυρούν ότι κάθε έξι χρόνια  περίπου, άνοιγαν οι πηγές της περιοχής. Φούσκωνε το ποτάμι (ξερό ρυάκι σήμερα) και μετέτρεπε την περιοχή «Αμμωτή», σε απέραντο οπωρώνα, από τα άξια χέρια.
 «Σχίζανε οι ντομάτες μας από την πολλή δύναμη», μαρτύρησε ο Δημήτρης Κεπέρης.
Η λάσπη που κατέβαζε το ποτάμι και  σκέπαζε τα κτήματα ήταν πλήρης θρεπτικών αλάτων.
 Τη θαυματουργή αυτή λάσπη στα καλυθενά τη λέμε  «σιέλι».

Καλό Χειμώνα!


Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Παπά-Στέργος

Αύριο βράδυ στις επτά, στο πνευματικό κέντρο της εκκλησίας μας, θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου," Ο παπά- Στέργος ". του καταξιωμένου λογοτέχνη Κώστα Σκανδαλίδη.
Είναι μεγάλη η τιμή για τη μικρή μας πατρίδα η προβολή της πολυετούς προσφοράς του σαν λειτουργού του θείου λόγου και η ανάδειξη της φιλοσοφικής σκέψης, όπως την εκταμίευσα κι εγώ από τις προσωπικές μας συναντήσεις.
Παραθέτω αποσπάσματα:


Η χαρά είναι μόνο  παιδική.  Όταν δημιουργήσεις οικογένεια, όσα αγαθά κι αν αποκτήσεις, η ζωή θα είναι κόπος και πόνος,  γιατί πολλαπλασιάζονται οι παραφυάδες του δέντρου. Το ένα ξεραίνεται, το άλλο αρρωσταίνει και χαρά πια δε συναντάς.



Αν καμιά φορά στεναχωρηθούμε, να προσπαθήσουμε να δαγκώσουμε τη γλώσσα μας, για να φυλάξουμε την ψυχή μας.  Περισσότερο πρέπει να προσέχουμε τα εξερχόμενα και ουχί τα εισερχόμενα!

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Άχχα και Κάμμα

Μπήκαμε στην εποχή του σκαδκιού.
 Και λοιπόν τι είναι αυτή, ίσως να πουν κάποιοι από τους μικρούς μας αναγνώστες.
Τότε, που ο τόπος μας ήταν ένας απέραντος αμπελώνας και το άρωμα του διμηνίτη και της άκουννης σταφίας έφτανε μέχρι την Αλεξάντρεια, είχαμε  και συκιώνες με άσπρα σύκα που προορίζονταν για ρακή.
Η περίοδος συγκομιδής ήταν περίπου ένας μήνας, από τα μέσα Αυγούστου μέχρι του Σταυρού, και λίγο παραπέρα, αν δεν έβρεχε.
Δεν θα γράψω περισσότερα, γιατί θα δώσω το λόγο στον αγαπημένο συνάδελφο Γιάννη Μελετίου.
Την ώρα του απογευματινού καφέ, του ζήτησα να μας πει κάτι από τα παλιά και μέσα σε πέντε λεπτά πήρα ένα αριστούργημα του προφορικού του λόγου.

" Βραδιάζει και η οικογένεια είναι συγκεντρωμένη στο σουφά και γύρω από το σινί, μετά τον κάματο της μέρας. Η μητέρα βράζει τον τραχανά στα κούμελλα και τα παιδιά έχουν πάρει θέση. Το σερβίρισμα δεν αργεί. Η ξέχειλη μουχούρτα με το αρωματικό τυρί της κατσίκας για γαρνιτούρα τοποθετείται στο κέντρο του σινιού κι αρχίζει ο κουταλοπόλεμος. Το μεσάλλι γυρνά από χέρι σε χέρι και σκουπίζει τον απρόσεκτο και το μεγάλο μεταλλικό τενεκκί δροσίζει με νερό από τη βρύση του Σουλουντρανιού.
Όταν φαγώθηκε κι ο περίδρομος της μουχούρτας, η μητέρα στέλλει το Γαννί να κατεβάσει από τον παταρό την κανναϊτσα με τα σκάδκια τα πατητά.  Ξέρει ότι είναι λίγα και κάποια ίσως να είναι σκουλουκιαρά και τους λέει να παίξουν το άχχα και κάμμα. 
Με το σύνθημα της μητέρας τα παιδιά βάζουν στο στόμα και μασούν από ένα σκάι, βέβαια με τα μάτια κλειστά, όπως όριζε το παιχνίδι.
............

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Χαρουποϊστορία

Η μαστόρισσα …για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι και δεν θα αναφέρω το όνομά της, το γνωρίζουν οι τακτικοί αναγνώστες, σκάρωσε κάτι πολύ πρωτοποριακό για την εποχή της.
Αποτέλεσμα εικόνας για χαρουπια
Σήμερα λοιπόν στο καφενείο ο λόγος της συζήτησης ήταν για τα χαρούπια.
 Ίσως οι νεότεροι να μην τα γνωρίζετε, γιατί είναι καρποί ενός δέντρου που εξαφανίστηκε σχεδόν στην περιοχή μας. Ένα υπάρχει στα Λιβάδια, μάλλον δύο, γιατί μεγάλωσαν αγκαλιασμένα και ένα άλλο στο Σαουράκι. Ίσως υπάρχουν και άλλα.
Είναι δέντρο που μπορεί να στηρίξει την τοπική οικονομία με την ποικιλία των ακριβών και ωφέλιμων  προϊόντων του, όπως το είδα στη Μεγαλόνησο και άκουσα για την Κρήτη.
Παλιά, μπορεί και πενήντα χρόνια πριν, η πανέξυπνη  Παρασκευή. Ωχ, μου ξέφυγε το μικρό της όνομα, σκάρωσε μια αστεία φάρσα στα γερόντια της εποχής. Τους πούλησε μικρά μπουκαλάκια, αυτά των ενέσεων, έναντι μισής δραχμής το ένα- έτσι μου είπανε- με περιεχόμενο που άφηνε υποσχέσεις για δυνάμωμα και ξανάνιωμα. Εν  αγνοία  τους κατάπιαν καρπούς χαρουπιού και περίμεναν το αποτέλεσμα.
Σίγουρα θα πήγε ο νους σας στα πράσινα χάπια..αυτά τα βοηθητικά.. Ναι, λοιπόν διεκδικούμε την πατέντα σαν καλυθενή!
Μετά από μια βδομάδα τους επισκέφτηκε στον καφενέ, για να μάθει τα αποτελέσματα. Τους είδε σκεφτικούς και κατσουφιασμένους. Ένας μάλιστα ήταν έτοιμος για καβγά.

Δεν άντεξε και ξεφώνισε: Οι γαδάροι τα τρώσι και μουγκανίζουν και σεις εν ε νιώσετε τίποτα; 

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Αγκαλκιά

-Κωστή, ε, Κωστή!
Άκουσα τη φωνή της Λενιώς λίγο μετά την Πάνω Βρύση, εκεί που ήταν τα παλιά μάγγανα.
 Ήταν η ώρα του μοναχικού περίπατου στις παλιές γειτονιές.  Ώρα εννιά το βράδυ. Ένα βράδυ του Γενάρη κρύο και παγωμένο, που κρατούσε τις πόρτες «σφαλιχτές».
Είχα τελειώσει τις υποχρεώσεις  από νωρίς και σεργιάνιζα στα στενοσόκακα των Καμαριτσών και του Σουλουντρανιού.
Κάθε καντούνι και μια ανάμνηση.
 Πίσω από τις σύγχρονες κατασκευές έβλεπα τους παλιούς «αβλόυρους» και τα μονοκάμαρα με τη μεγάλη «αγκαλκιά»!
 Μαθητής του Δημοτικού με το «σακκούλdι στον νώμο» πέρασα από το σπίτι της καλής μας Ελένης, της«Μπάχαινας» όπως την αποκαλούσαμε, εκεί που κάποτε ήταν το μοναδικό καφενείο του χωριού.
Είδα τους « βρακάες» να πίνουν  «μαστίχα» στο φως της λάμπας πετρελαίου κι άκουσα τις κουβέντες τους για τα «κλαέματα, το «λεσγάρι, το διμηνίτη, τα άκουννα, τα ραζακκιά, τα σκάδκια, τις σταφίες, τα λάδκια, τα μέλκια…».
 Ξαφνιάστηκα  κι «έππιασεμ με τρομικό» ακούγοντας τις φωνές της Ελένης της Ντωνάινας, τότε που χάλασαν τα φρένα του «μοτοσακκού», με αποτέλεσμα να χτυπήσουμε την πόρτα του διπλανού «κελλιού» και να «γεμώσει το σώμαμ μας  τσακκισμένα κρομμύδκια».
Καλημέρισα «την θκειαμ μου τημ Μαρουλλού» κι άκουσα τη φωνή « της αελκιάς του μπάρμπα του Σταμάτη!»
 Σιγομουρμούρησα με σεβασμό τη λέξη «χαίρετε» στο  σπίτι του σεβαστού δασκάλου Αναστάση και κατηφόρισα στη στροφή της Πάνω Βρύσης.
 «Κειδά στον κατάκυλο  εγλιστρήσαν οι τσαρούχες» και βρέθηκα να μετρώ «τους χοχλάκους και τα βαστριά της σπασμένης σουράς».
 Σηκώθηκα «γιαμιάς κι έκοψα στην βούρνα» να ξεπλύνω το ματωμένο γόνατο.. και την…. απογοήτευση για το σήμερα!
 Το σήμερα ….« του διπλομούρη» και «του αχόρταου»!
…………………………………………….

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Το Θέρος

Στο πρώτο εγχείρημα να πλησιάσουμε τις παραδοσιακές μας ρίζες, και νομίζω το πετύχαμε στο "Σεντούκι της Λαϊκής Σοφίας", ο φίλος Λευτέρης πρώτος ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα για παρουσίαση παραδοσιακών αξιών. 
Το θησαυρό αυτό επέλεξα για να συνοδέψει τις ευχές μας για ένα "Ελπιδοφόρο Νέο Έτος" !

Παρουσιάσεις

Στη νέα σελίδα θα προβάλλονται οι δικές σας αναρτήσεις με οτιδήποτε θέμα σχετικό με την παράδοση και τη γλώσσα.
Για διευκόλυνση σας μπορεί να τις στείλετε στο mail ή να τις καταγράφω με προσωπική επαφή και να χρησιμοποιήσω το ονοματεπώνυμό σας ή το όνομα ή ακόμη και ένα δικό σας αγαπημένο συνθηματικό.                               
                                                                χχχχχχχχχχ

Ξεκινάμε με το "ΘΕΡΟΣ", ένα ποίημα γραμμένο από το φίλο Λευτέρη. 
Μας δίνει με ιδιαίτερη ευαισθησία όλες τις φάσεις, από το πρωινό ξεκίνημα μέχρι την ώρα του ύπνου στο χωράφι. 
Σαν να ήταν χθες, που συμμετείχαμε και μεις  με το "δραπάνι¨στο χέρι στον ιερό αγώνα όλης της οικογένειας για το ψωμί.
Κάθε στροφή είναι ένας παραδοσιακός θησαυρός..
.........
Ακόμα κρατώ τη γεύση του ντοματοπιλαβιού, που έφτιαχνε  στα γρήγορα η κατακουρασμένη μητέρα. Την  προσευχή (γητεία) που λέγαμε, για να μας φυλάει ο Άγιος από τα ερπετά, τη ζω και τώρα που πληκτρολογώ.....
.......μέχρι να βγει ο ήλιος πέντε πενταρόξυλα και δεκαοκτώ καλάμια.....
Αη μου Γιάννη  δίσοφε και τρίσοφε.....
.....δέσε και χαλίνωσε τον όφκιο και την όχεντρα......

Το  θέρος

 (Λευτέρης Σταυρής)

Τα χρόνια πίσω δεν γυρνούν,το νου μου θα γυρίσω
στους νέους αν επιθυμούν, το θέρος να γνωρίσω.
χχχχχχ
Ο θερισμός γινότανε μέσα στο καλοκαίρι
τα στάχυα εθερίζανε, δρεπάνι με το χέρι.
χχχχχ
Δυο και τρία σπιτικά, κάναν και κουμπανία
και σέντεκνοι γινότανε στην τότε κοινωνία.
χχχχχ
Βδομάδες έμεναν εκεί, κοιμόνταν στα χωράφια
αθρούμπες είχαν στρώματα, τις κερατιές τα ράφια.
χχχχχχ
Δρουμιά με στάχυα στίβαζαν, να κάνουνε δεμάτια
καυτός ιδρώτας έτρεχε στα μάγουλα στα μάτια.
χχχχχχ
Δεμάτια κάναν κάμποσα, μεγάλα και τα ίδια
με αροάφνες τα ‘δεναν,φτιάχνοντας τα λυϊδια.
χχχχχχ
Μαντίλια εφορούσανε, τον ίδρο να σκουπίζουν
και μια σουρά με το νερό τα χείλη να δροσίζουν.
χχχχχχ
Στους γαδάρους φορτώνανε δεμάτια στο σουμάρι
στ’ αλώνια τα κουβάλαγαν  , να βγάλουν το σιτάρι.
χχχχχχ
Τρεις μέρες εθερίζανε, την μιαν εκουβαλούσαν
μπροστά πηγαίναν οι γάδαροι και πίσω ελαλούσαν.
χχχχχχ
Το τσακουμάκι, ο ταχράς, χρήσιμα εργαλεία
να κόβουν ξύλα για φωτιά, είχαν την ευκολία.
χχχχχχ
Τσούκα, ταβάς, καθάμπρικο, στο βασταό αράδα
φαϊ να μαγειρέψουνε, γεμάτο νοστιμάδα.
χχχχχχ
Γάλα και κρέας είχανε, ελιές προσφά, ντομάτα
κι όποιος ερχόταν απ’ το χωριό, έφερνε τα μαντάτα.
χχχχχχ
Εκεί εμαγειρεύανε και πλύναν και τα πιάτα
από το πηάδι στη μυρτιά , που έτρεχε για πάντα.
χχχχχ
Η πιο γλυκιά απόλαυση, ήτανε το βραδάκι
που ‘χαν τα άστρα συντροφιά και δροσερό αεράκι.


Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Η Φιαροσύνη

 «Εν έχει φιαροσύνη»!

Ίσως να μην καταλάβατε τι θέλει να πει η λαϊκή σοφία. «Φιαροσύνη» στα ροδίτικά μας είναι η λέξη εμπιστοσύνη.
Πώς και με ήρθε πρωινιάτικα, θα λέτε! Η αλήθεια είναι ότι χάλασα τη μέρα μου, και ο λόγος μια εφημερίδα που βρέθηκε στο παραλιακό καφέ.
Υπομονή, θα φτάσουμε και κει.
Είχε προηγηθεί μια ολίγον πλούσια «βουτιά» σε αμμώδη βυθό,  στις επτά η ώρα -λίγο αργά σήμερα - γιατί με πρόλαβε ο σύντροφος ήλιος!
 Είχα για παρέα ξένο τουρίστα, που παρακολουθούσε με τα μικροσκοπικά γυαλάκια πισίνας και κάθε φορά που ανέβαινα με το αλίευμα, σχημάτιζε το σήμα της νίκης και ξεφώνιζε από τη χαρά του.
Πρέπει να ήταν στην ηλικία μου, με κάτασπρα κι αυτός μαλλιά αλλά φανατικός λάτρης του σπορ.
Με πλησίασε, « κειδά στου Σώτου το στέκι», με ένα λαμπερό χαμόγελο και βλέμμα παιδικής γνωριμίας. Σαν να μεγαλώσαμε μαζί, τότε «επαρουρκιάζαμε τους βώλους στου Καπιτάνου, για να παίξουμε τόππι»!
 Ήταν η ώρα που καθάριζα τη μάσκα κι ετοιμαζόμουν να βάλω τον «αναπτεφτήρα ». «Άι λάικ», έλεγε και ξανάλεγε και εξέταζε τα σύνεργα του ψαρέματος.
Πέταξε και άστραψε, μόλις του έκανα σήμα να ακολουθεί σε απόσταση πίσω μου!

«Γουρλής» και τυχερός, είδε πως ψαρεύεται η σουπιά, το χταπόδι, τα « ρουζέττια» κι οι χωματίδες!
Και φτάνω στην εφημερίδα και τη «φιαροσύνη».
Απολάμβανα ζεστό καφέ, φορτωμένος ψαρική ευεξία, μέχρι που άνοιξα την εφημερίδα. « Πρε, τι το ‘θελα»! Το μάτι μου έπεσε σε ένα μικρόστηλο που έλεγε ότι προσεχώς θα εγγυώνται ή θα ασφαλίζουν, δεν το κατάλαβα, γιατί την πέταξα, σύνταξη ποσού 360 ευρώ!

Παραμιλούσα μοναχός μου κι έλεγα: «Εγώ εφιαρέφτηκα έναν ξένο κι εν έπαθα τίποτα και εφιαρέφτηκα τους τρακόσους και στέλλουμ με μιαν ώρα πιο νωρίς»!

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Το Πούδουκλο

Χωρίς αρχειοθέτηση, χωρίς εικόνα, χωρίς ήχο και μόνο με τη βοήθεια της φαντασίας ( βέβαια μόνο για τους παλιούς που έχουν παραστάσεις) μιλούμε σήμερα για τη "διπούζα " και " το πούδουκλο".
Θα μου πείτε ότι σας βάζω αινίγματα, και μάλιστα ημέρα γιορτινή, ημέρα "παναϋριού".

Παλιά λοιπόν, τότε που τα ζώα ήταν τα μεταφορικά μέσα, τα προαναφερόμενα ήταν αναγκαία, για να μάθουν να περπατούν στο δρόμο, να μην τρέχουν και γενικά να είναι υπάκουα.
Το " πούδουκλο"( που περιέχει τη λέξη πους δηλ. πόδι)  ήταν ξύλινη, πλεκτή κατασκευή από τρυφερά κλαδιά σκίνου ή μυρτιάς σε σχήμα κρίκου. Το έβαζαν στο πόδι του "ζωντανού" και το έδεναν με σχοινί. 
Η "διπούζα" ( περιέχει το επίρρημα δις και το ουσιαστικό πους) δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κομμάτι σχοινί, με το οποίο έδεναν ανά δυο τα πόδια και σε μήκος μικρό, ούτως ώστε να μπορεί μόνο να περπατά αργά και να μην τρέχει..

Ο πουδουκλωμένος!!!!

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Ο Νοών νοείτω και το Προσωπί

Και ο νοών νοείτω!

Ελπίζω να μην μου ξέφυγε κάτι από τις ρηματικές καταλήξεις, αν και δεν έχει νομίζω πλέον καμιά σημασία.
Έσχατη ή εσχάτη (να κρατούμε και τους βασικούς κανόνες τονισμού) προσπάθεια να βρω δύναμη πληκτρολογική. Νομίζω χαμένος κόπος!
Και γίνομαι πιο σαφής.
-Πού την πάνε την έρημη την πατρίδα;


« Με εθ θωρούσι, που επήαμεν …. »
« Εκατό βολές πιο καλά να ΄χεν η θάλασσά μας μοναχά αχιονιούς και πατελντίες, παρά που εβρέθησαν φταδά τα ξελεμματικά τα πετρόλαα κι εκάψαν μας πριχού κόμα τ’ άψουσι!»

Θα με πείτε πεσιμιστή, αν έτσι σας βολεύει, γιατί είστε.. σε κάποιο άρμα ζωσμένοι κι όλο και κάπου σας ….«δροσίζει», για προσπαθήστε όμως να καταλάβετε τον απλό και τίμιο άνθρωπο που επεξεργάζεται τρόπους να μοιράσει το πενιχρό εισόδημα του, όσο του αφήνουν τα μιαρά χαράτσια , σε οικογένεια πολυμελή και άνεργους νέους ;

-Μάεβκε συ, κακομά μέλισσα, κόφτε που τις αβκές, μην φήννεις λουλντούι για λουλντούι, κάμε το πιο κριβό μέλι κι όνταν με το καλό έρτει ο χειμώνας, εθ θα σε πομείνει κουννί να γλείψεις για να συμπιαστείς.  Εν να βάλει το προσωπίν του, α σε θυμιάσει με τον καπνόν της κοπριάς και συ που να νιώσεις που τον ύπνο, α τραβάς τις τρίχες των ποδκιών σου»!






Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Τσα Εμάθαμε

«Εε, με, κάθου πιο με σταβρωμένα χέρια!»


Είναι μια από τις πιο εύστοχες φράσεις της λαϊκής σοφίας. Σοφή προτροπή και «αρμήνεια» για ποιότητα ζωής και ευτυχία.
 Την καταλάβατε τη λέξη;  Βγαίνει που το «ρμηνέβω» και πιο σωστά, με «κ», « ρμηνέβκω», δηλαδή συμβουλεύω!( Σε άλλα νοηματικά σημαίνει εξηγώ.)
Μου «βγήκε» σήμερα, ημέρα «βροχιανή» και κει που προγραμμάτιζα να τελειώσω κάποια οικοδομικά, είμαι υποχρεωμένος να «σταυρώσω τα χέρια».
Την άκουσα πρόσφατα και μου έκανε μεγάλη εντύπωση, από την παλιά μας εμπόρισσα, την Τσαμπίκα.
 Όλοι την γνωρίζουμε, την βλέπουμε και την θαυμάζουμε, γιατί παρά το προχωρημένο της ηλικίας της,  προσφέρει υπηρεσίες στο « μπακκάλικο» από την ώρα που λαλεί ο πετεινός!
Την είδα λοιπόν, να κεντά με το βελονάκι της,  να περνά τις σταυροβελονιές (δεν είμαι σίγουρος, αν τις λέω σωστά) από τη μια και από την άλλη να εξυπηρετεί τους βιαστικούς! Και να τι ειπώθηκε:
-         Εχ χάννεις ώρα! Μπράβο, κυρία Τσαμπίκα!

-         Εεε, με, κάθου πιο  σταβρωμένη. Τσα εμάθαμε που της μάνας μας τα χέρια!